ΦΟΝΙΑΣ, ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΠΟΤΑΜΙ

on

Πριν πολλά πολλά πολλά χρόνια, την εποχή που τα παραμύθια πολύ λίγο διέφεραν από την πραγματικότητα, στις εκβολές του Μεγάλου ποταμιού, στην ακροθαλασσιά, οι Γενουάτες Γατελούζοι, κατακτητές του νησιού τότε, εξανάγκασαν τους άνδρες κατοίκους της βόρειας πλευράς να σμιλέψουν τις θεόρατες πέτρες που κατέβαζε το ποτάμι και να φτιάξουν ένα πύργο που σώζεται σχεδόν ακέραιος ως τις μέρες μας. Αρχικά ο πύργος αυτός αποτέλεσε μέρος της οχύρωσης του νησιού απέναντι στον κίνδυνο των κάθε λογής πειρατών που το λυμαίνονταν. Αποτελούσε παρατηρητήριο, μιας και είχε θέαση σ’ ολόκληρο το Θρακικό Πέλαγος. Κάθε που οι φρουροί του πύργου εντόπιζαν πειρατικά καράβια να κατευθύνονται προς το νησί – με ένα ιδιαίτερο σύστημα ενδοεπικοινωνίας – με σήματα καπνού τη μέρα ή με φωτιά που άναβαν στην ακροθαλασσιά τη νύχτα ειδοποιούσαν τους φρουρούς των πύργων της Παλαιόπολης κι αυτοί με τη σειρά τους με τον ίδιο τρόπο ειδοποιούσαν τους κατοίκους της Χώρας, και κλείνονταν στο κάστρο μέχρι να περάσει ο κίνδυνος.

Η πλεονεκτική θέση του κάστρου τους έσωζε κάθε φορά, μιας και το έκανε απόρθητο. Αρκετά χρόνια αργότερα κι όταν η απειλή των πειρατών πια είχε εξαλειφθεί από το ιστορικό προσκήνιο, ο πύργος αγοράστηκε από έναν Γενουάτη αριστοκράτη, υψηλόβαθμο αξιωματικό του γενοβέζικου στόλου που είχε συμμετάσχει σε πολλές σταυροφορικές επιδρομές στην περιοχή και είχε αποκτήσει πολλά λάφυρα και χρήματα. Γύρω απ’ το μεγάλο ποτάμι τα εδάφη ήταν εύφορα, υπήρχαν μεγάλοι αμπελώνες, περιβόλια με κάθε λογής φρούτα και κήποι με λαχανικά και φασόλια κι όλα αποτελούσαν ιδιοκτησία του Γενουάτη αριστοκράτη, γι’ αυτό και ο απλός κόσμος των γύρω οικισμών των αποκαλούσε Αφέντη ή και βασιλιά.

Φ4

Μια ανοιξιάτικη μέρα καθώς έκανε ο Αφέντης τον συνηθισμένο του πρωινό περίπατο στη περιοχή των Θέρμων πέρασε το μονοπάτι πάνω από το ποτάμι που γύρω ανάβλυζαν ζωηρές πηγές με καυτό σιδηροθειούχο νερό και σχημάτιζαν φυσικές λιμνούλες στις παρακείμενες πλαγιές. Για μια στιγμή έστρεψε το βλέμμα του προς τα κάτω και τότε αντίκρισε το ωραιότερο θέαμα της ζωής του, μια νεαρή κόρη απ’ τα Θέρμα όμορφη σαν την Αφροδίτη που έπαιρνε το μπάνιο της παρέα με άλλα κορίτσια του χωριού, στο καυτό μα πεντακάθαρο νερό. Την ερωτεύτηκε παράφορα. Ρώτησε κι έμαθε ποιος ήταν ο πατέρας της, και αμέσως πήγε και τη ζήσε σε γάμο. Οι γονείς της κόρης τρελάθηκαν απ’ τη χαρά τους, που θα συγγένευαν με τον Αφέντη και δίχως καν να τη ρωτήσουν του έδωσαν το χέρι της. Η κόρη όμως αγαπούσε κρυφά ένα όμορφο και δυνατό παλικάρι απ’ τα Χλαμπάρια τον Αντρειωμένο που έβοσκε τα πρόβατά του σε μια περιοχή ψηλά στο βουνό, που ούτε ο ήλιος δεν την έβλεπε και γι’ αυτό οι ντόπιοι την ονόμαζαν Μαύρη Νύχτα. Εκεί ψηλά σε μια σπηλιά είχε φτιάξει ένα κατάλυμα για τις παγερές νύχτες του χειμώνα. Γνωστή ως «η Τ(ρ)ύπα τ’ Αντιργιουμένου.»

Η κόρη ούτε που ν’ ακούσει για γάμο, αλλά τότε η επιθυμία του πατέρα ήταν διαταγή, και πολύ σύντομα αναγκάστηκε να τον παντρευτεί. Το πάθος της όμως, για τον Αντρειωμένο, έκαιγε σαν άσβεστη φλόγα, αλλά τον Αφέντη, δεν τον αγάπησε ποτέ. Πολλά χρόνια έμεινε αφοσιωμένη και πιστή σύζυγος και του χάρισε δυο παιδιά, ένα αγόρι κι ένα κορίτσι, που τα μεγάλωνε με πολύ αγάπη και στοργή.
Προς το τέλος του καλοκαιριού ο Αντρειωμένος κατέβαζε τα πρόβατα του και τα πότιζε στο μεγάλο ποτάμι. Όταν ήρθε η ώρα να τα μαζέψει για να φύγουν πίσω στο βουνό τα μέτρησε μα ένα έλειπε, κι ήταν τ’ αγαπημένο του. Μεμιάς λοιπόν άρχισε να το ψάχνει και να φωνάζει τ’ όνομά του, χωρίς να το καταλάβει βρέθηκε κοντά στον πύργο. Η κόρη είχε βγει στο παραθύρι και καθώς αγνάντευε το πέλαγο, που απλωνόταν μπροστά της, σιγοψιθύριζε ένα παλιό νανούρισμα τόσο μελωδικά που ο ήχος της φωνής της έσμιξε με το θρόισμα των φύλλων και των ήσυχο παφλασμό του ποταμιού κι ακουγόταν στην περιοχή ένα μοναδικό τραγούδι. Αυτή η γλυκιά μελωδία έφτασε γρήγορα στα αυτιά του Αντρειωμένου, στέφει αυτός τα μάτια του προς τον πύργο και τότε τα βλέμματά τους αντάμωσαν. Το κρυφό ερωτικό τους πάθος αστραπιαία ξαναζωντάνεψε. Δεν αντάλλαξαν ούτε κουβέντα, όμως είπαν πολλά με τα μάτια τους, περισσότερα απ’ όσα έπρεπε. Περισσότερα απ’ όσα επέτρεπαν τα κοινωνικά και θρησκευτικά στερεότυπα της εποχής.

Φ1

Κάθε που ο αφέντης έβγαινε για κυνήγι κι απομακρυνόταν αρκετά από την περιοχή, οι δυο νέοι αντάμωναν κι αγάπη τους δυνάμωνε. Για κακή τους τύχη όμως, μια μέρα ο Αφέντης γύρισε νωρίτερα από το κυνήγι, και συνέλαβε το παράνομο ζευγάρι μες στο ίδιο του το σπίτι. Με μιας ο Αντρειωμένος δίνει ένα σάλτο και πηδάει απ’ το δυτικό παράθυρο του πύργου στο ποτάμι. Ο Αφέντης τεντώνει το τόξο του και σημαδεύει απ’ το ίδιο παράθυρο το παλικάρι, που πάλευε με τ’ ορμητικό ποτάμι να περάσει απέναντι. Το βέλος πέτυχε τον Αντρειωμένο στο πίσω μέρος του ποδιού του καθώς έφτανε στην απέναντι όχθη. Ο Αντρειωμένος βαριά τραυματισμένος, μάζεψε τις δυνάμεις που του απέμειναν, έκανε κουράγιο και σύρθηκε στο δάσος. Μάταια τον έψαχνε η φρουρά του αφέντη να τον σκοτώσει. Καταπονημένος, αιμόφυρτος, σχεδόν μισοπεθαμένος κατάφερε να φτάσει στο κρησφύγετό του, στην τρύπα του Αντρειωμένου, όπου και άφησε την τελευταία του πνοή. Εκεί ψηλά στη Μαύρη Νύχτα. Έξω απ’ τη σπηλιά, ως σήμερα υπάρχει ένα παράξενο πέτρωμα από άσπρο βότσαλο και στη μέση χρώμα κατακόκκινο, από το αίμα του Αντρειωμένου που πάγωσε και πέτρωσε εκεί πέρα, όπως θέλει η παράδοση.

Σαν το ‘μαθέ η κόρη μαράζωσε από τη στενοχώρια της. Μια μέρα δεν άντεξε τη ντροπή κι έπεσε απ’ το δυτικό παράθυρο του πύργου στο ποτάμι και πνίγηκε. Μεγάλος παραλογισμός ξέσπασε στο κεφάλι του Αφέντη, ο πόνος φώλιασε βαθιά στα σωθικά του κι έμμονες ιδέες τρέλαναν το μυαλό του. Στο τέλος πίστεψε πως τα παιδιά δεν ήταν δικά του αλλά καρπός του παράνομου έρωτα της άπιστης γυναίκας του. Ώσπου μια χειμωνιάτικη νύχτα, σάλεψε το μυαλό του και άρπαξε τ’ αγγελούδια του και τα πέταξε στο μανιασμένο ποτάμι, απ’ το δυτικό παράθυρο του πύργου. Τα παιδιά χάθηκαν για πάντα στα παγωμένα νερά του μεγάλου ποταμιού. Λίγο καιρό αργότερα οι φρουροί του αποστάτησαν λόγω της πολύ άσχημης συμπεριφοράς που είχε απέναντί τους, τον μαχαίρωσαν και τον πέταξαν στο μεγάλο ποτάμι, απ’ το δυτικό παράθυρο του πύργου.
Από τότε άλλαξε για πάντα το τοπίο γύρω από τον πύργο, που τον στοίχειωσαν για πάντα νεράιδες, φαντάσματα και ξωτικά. Άλλαξε και τ’ όνομα του ποταμιού, κι από τότε οι ντόπιοι το λένε Φονιά. Πολύ συχνά το χειμώνα παρασέρνει ολόκληρα κοπάδια ζώων και τα πνίγει στα ορμητικά του νερά, όταν ανυποψίαστα προσπαθούν να περάσουν απέναντι.
Το πρόβατο που χάθηκε, βρέθηκε στη παραλία να γλύφει το αλάτι που μένει στα βότσαλα καθώς τα πλημμυρίζουν τα κύματα της αγριεμένη θάλασσας το χειμώνα. Από τότε τα πρόβατα και τα κατσίκια του νησιού, ακολουθώντας το παράδειγμα του απολωλότος προβάτου, κατεβαίνουν κάθε Σεπτέμβριο από το βουνό στη θάλασσα και πίνουν αλμυρό νερό γιατί τα βοηθάει στο πεπτικό τους σύστημα και τα καθιστά εξαιρετικά νόστιμο έδεσμα για τους ντόπιους αλλά και τους πολλούς τουρίστες του νησιού μας.

ΚΕΙΜΕΝΟ: ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ ΣΤΕΡΓΙΟΥ

Advertisements

Leave a Reply

Please log in using one of these methods to post your comment:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s