Η ΓΙΑΓΙΑ ΜΟΥ ΣΤΗΝ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ

Όλα άρχισαν στις 19 Απριλίου του 1941 , όταν περίπου 250 με 300 Γερμανοί στρατιώτες εκτελώντας την επονομαζόμενη «Επιχείρηση Σαμοθράκη» έφτασαν στο νησί της Σαμοθράκης από τις απέναντι θρακικές ακτές (Πόρτο Λάγος).
Ενώ τα γερμανικά αεροπλάνα είχαν επιβεβαιώσει την απουσία βρετανικών δυνάμεων στο νησί και καθώς η γερμανική αποβατική δύναμη (5 πολεμικά σκάφη) πλησίαζε στο βορειοδυτικό τμήμα του λιμανιού της Καμαριώτισσας, συνάντησε ένοπλη αντίσταση με πυροβολισμούς από διάφορα σημεία του λιμανιού. Παρόλη την αντίσταση και παρά τα πυρά που εξακολουθούσαν να δέχονται οι Γερμανοί στρατιώτες από τους ατρόμητους κι ανυπόταχτους κατοίκους του νησιού που δεν τους έσκιαζε φοβέρα καμιά, μέχρι το μεσημέρι η Καμαριώτισσα είχε καταληφθεί.
Οι Γερμανοί κατακτητές αμέσως προέβησαν σε εκτεταμένες έρευνες για την ανακάλυψη όπλων και συνέλαβαν αρκετούς κατοίκους της περιοχής. Έντρομοι οι κάτοικοι της Καμαριώτισσας εγκατέλειψαν τα σπίτια τους και κατευθύνθηκαν προς τις πιο ορεινές περιοχές Χώρα και Αλώνια, μιας και αντιλήφθηκαν ότι από ελληνικής πλευράς ήταν εγκαταλελειμμένοι καθώς η στρατιωτική ηγεσία της Αθήνας δεν είχε εκπονήσει κάποιο συγκεκριμένο σχέδιο για την αμυντική θωράκιση των νησιών του Β. Αιγαίου. Το βουνό φάνταζε η μόνη λύση.
Από αρχαιοτάτων χρόνων το βουνό για τους Σαμοθρακίτες ήταν το καταφύγιό τους, ήταν αυτό που τους έτρεφε και τους προστάτευε αιώνες τώρα. Η θάλασσα ήταν πάντα ο κίνδυνος, από την εποχή των πειρατών ακόμα. Αν παρατηρήσει κάποιος τα παλιά σπίτια της Καμαριώτισσας οι αυλές, οι πόρτες και τα μπαλκόνια βλέπουν προς το βουνό κι όχι προς τη θάλασσα. Βλέπουν προς την ασφάλεια και τη σιγουριά και γυρίζουν πλάτη στον κίνδυνο και το άγνωστο που εκτείνεται πέρα από τη θάλασσα. Άλλωστε η Καμαριώτισσα είναι και ο μοναδικός παραθαλάσσιος οικισμός του νησιού, και πολύ μεταγενέστερος από τους άλλους. Ακόμη και η αρχαία πόλη της Σαμοθράκης παρότι πολύ κοντά στην θάλασσα ήταν χτισμένη ψηλά σε αρκετά βραχώδες έδαφος προκειμένου να αισθάνονται οι κάτοικοι ασφαλείς.ΧΩΡΑΠΡΙΝΑΠΟ100ΧΡΟΝΙΑ

Ας συνεχίσουμε όμως την ιστορία…..
Αργά το απόγευμα της 19ης Απριλίου, μια επιτροπή πολιτών της Πρωτεύουσας(Χώρα) με επικεφαλής τον δήμαρχο και τον ιερέα παρέδωσαν το νησί στους Γερμανούς. Μετά την παράδοση της πρωτεύουσας, που σήμαινε και τον οριστικό τερματισμό κάθε ένοπλης αντίστασης, εξεδόθησαν και οι πρώτες γερμανικές εντολές σχετικά με την διοίκηση της Σαμοθράκης. Δεν γνωρίζουμε αν οι κατακτητές διέταξαν αντίποινα σε βάρος του άμαχου πληθυσμού. Άλλα σοβαρά επεισόδια δεν προκλήθηκαν και η κατάληψη ολοκληρώθηκε χωρίς να σημειωθούν ανθρώπινες απώλειες.

Τρεις εβδομάδες αργότερα στις αρχές του δευτέρου δεκαημέρου του Μαΐου του 1941 τα γερμανικά τμήματα στη Θάσο και στη Σαμοθράκη αντικαταστάθηκαν από βουλγαρικές δυνάμεις. Η «αλλαγή φρουράς» που συντελέστηκε σ’ ολόκληρη την Α. Μακεδονία και τη Θράκη είχε ως αποτέλεσμα την εδραίωση της βουλγαρικής κυριαρχίας για τουλάχιστον τρία χρόνια στη περιοχή.
Κάθε φορά που ρωτούσα τη γιαγιά μου να πει τι θυμάται από τους Γερμανούς εκείνη την περίοδο, εκείνη μου απαντούσε:

“Δε θμούμι μπαμπαμ κάντιμπουτα, γιατί δεν ι κάτσαν πουλύ, κανένα δυο βδουμάδις κι γύστια μας δώκαν τς Βουργάρ. Άσι απ έκιου ντου κιό ημείς μι ντου παπούς καθόμασταν στα Θέρμα, κι γίμασταν αλάργα. Του τι τραβήξαμ όμους απ τς βουργάρ, του τι τραβήξαμ…”

Κι έτσι κάπως ξεκινούσε μια καινούρια ιστορία για εκείνη την σκοτεινή εποχή, μια εποχή γεμάτη πόνο και κακουχίες.

Δυστυχώς όταν μου αφηγούνταν όλα αυτά ήταν σε αρκετά μεγάλη ηλικία με πολλά προβλήματα υγείας και η μνήμη της κάποιες φορές την πρόδιδε.

Αλλά ας τα πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Η γιαγιά μου γεννήθηκε στα Θέρμα το 1927, τουλάχιστον έτσι έγραφε η ταυτότητά της. Σε πολύ μικρή ηλικία έμεινε ορφανή και την μεγάλωσαν τα 6 μεγαλύτερα αδέρφια της και κυρίως η μεγάλη της αδερφή μαζί με τα δικά της παιδιά. Με τη μεγάλη της ανιψιά είχαν δυο με τρία χρόνια διαφορά. Τα καλοκαίρια έμεναν στα Θέρμα, όπου ασχολιόταν με τις αγροτικές δουλειές του σπιτιού και με τα ζώα. Έσπερνε, πότιζε, άρμεγε τις κατσίκες, γράμματα δεν έμαθε, δεν ήξερε να κεντά, όμως τίναζε ελιές και γενικά ήταν με τ’ αδέρφια της σ’ όλες τις δουλειές. Βέβαια εκείνα τα χρόνια ήταν πολύ δύσκολα, φτώχεια πολύ και πείνα. Το χειμώνα αφού μάζευαν τις προμήθειες τους , τα ξύλα για το τζάκι (γουνιά) , μετακόμιζαν(σήκουναν) στη Χώρα (στου χουργιό). Εκεί τα σπίτια ήταν κάπως σε καλύτερη κατάσταση κι έτσι πέρναγαν τους βαρείς χειμώνες.

Όταν ήρθε ο καιρός να παντρευτεί, τ’ αδέρφια της πούλησαν δύο κατσίκες(αίγις) και της αγόρασαν ένα περιβόλι στα Θέρμα κι ένα σπίτι στη Χώρα για προίκα , όπως επέβαλαν τα κοινωνικά στερεότυπα εκείνης της εποχής.

Αφού παντρεύτηκε έφτιαξαν με τον παππού μου ένα και σπιτάκι δεν το λες μάλλον παράγκα στα Θέρμα, εκεί στο περιβόλι για βιοποριστικούς λόγους για να μπορούν να σπέρνουν ,να έχουν τα ζώα τους.

Την εποχή των Βουλγάρων από φόβο προς τους κατακτητές αποφάσισαν να μη μετακομίσουν στη Χώρα αλλά να περάσουν όλο το χειμώνα στα Θέρμα, σ’ ένα σπίτι στους πρόποδες του βουνού κοντά στη Γριά Βάθρα. Ένα σπίτι ως εννιά με δέκα τετραγωνικά ένα δωμάτιο όλο κι όλο με χωμάτινο πάτωμα, μια γωνιά, μια πόρτα,κι ένα μικρό παράθυρο σα φεγγίτης χωρίς τζάμι που έκλεινε με ένα σανιδένιο κανάτι. Από έπιπλα είχαν δεν είχαν ένα ξύλινο κρεβάτι που για στρώμα γέμισαν ένα ύφασμα με τα ξερά φύλλα από τα φασόλια που εμπορεύονταν τότε ο παππούς μου (έσπερναν στρέμματα στους Βαράδες), και φτέρες, είχαν μια κατσαρόλα (τζέτζιρ), ένα ταψί (νταβά) κάνα δυο πιάτα κι ποτήρια τενεκεδένια (κίινις), τέλος για σκέπασμα είχαν ένα κιλίμι. Η κουζίνα φυσικά ήταν έξω, το ντουλάπι ήταν η καρυδιά της αυλής όπου σε κλαδιά ή καρφιά κρέμαγαν τα λιγοστά μαγειρικά σκεύη. Νεροχύτης ο υδραύλακας ποτίσματος (η -γι- ανεγός) που περνούσε από τη αυλή κάθε σπιτιού. Τουαλέτα έξω (στου κουσόρ). Μπάνιο, ζέσταιναν νερό στη γωνιά και λούζονταν σε ξύλινη σκάφη πίσω από την πόρτα, αφού πρώτα «τζγκιάζαν του νι(ρ)ό» το αναμείγνυαν δηλαδή με κρύο για να πετύχουν τη σωστή θερμοκρασία.
Παρόλα αυτά αποφάσισαν να μείνουν χειμωνιάτικα στα Θέρμα, όχι πως στη Χώρα τα σπίτια είχαν μεγάλη διαφορά, αλλά ήταν πιο ήπιο το κλίμα. Χαρακτηριστικά μου ΄λεγε ότι είχαν έναν χειρόμυλο και τον έκρυβαν στις κουφάλες των δέντρων μαζί με το λάδι , τις ελιές και τ’ άλλα τρόφιμα από φόβο μη τους τα κατασχέσουν οι Βούλγαροι. Και η ζωή στα Θέρμα συνέχιζε κανονικά. Είχαν ένα ζευγάρι τσόκαρα φτιαγμένα από ένα σανίδι για σόλα, και ένα λάστιχο καρφωμένο, από κοινού (μαζισκό) με τη γειτόνισά της, τη Φωτεινή κι το φορούσαν εναλλάξ στους γάμους και στα πανηγύρια, Τα είχαν για επίσημες εξόδους. Πρώτα έφταναν στο χώρο του πανηγυριού ξυπόλυτες, εκεί έπλεναν τα πόδια τους στον Κισμέ (βρύση) και μετά φορούσαν τα τσόκαρα και χόρευαν όλη νύχτα. Παρ’ όλες τις αντίξοες συνθήκες η γη της Σαμοθράκης ήταν πάντα γενναιόδωρη, κι έτσι κατάφερναν να επιβιώνουν.

Μια φορά θυμάμαι χαρακτηριστικά μας έλεγε μια ιστορία, ότι είχε ανεβεί σε μια λευκοκαριά για να μαζέψει ένα καρπό που μοιάζει με φουντούκι και να ξεγελάσει την πείνα της, έσπασε το κλαδί που κάθονταν κι έπεσε μες τον ανεγό και μια αιχμηρή πέτρα της έσκισε το πόδι, ο ανεγός βάφτηκε κόκκινος από το αίμα. Σαν συνήλθε λίγο σηκώθηκε πήγε μέχρι το σπίτι βρήκε ένα κομμάτι ύφασμα το τύλιξε και σε λίγο καιρό το τραύμα επουλώθηκε το σημάδι όμως της έμενε για πάντα, μας το έδειχνε περήφανα κάθε φορά.
Μια μέρα λοιπόν μαθεύτηκε στα Θέρμα πως οι Βούλγαροι αξιωματικοί για αντίποινα σε κάτι που είχε συμβεί, αλλά ποτέ δεν μάθαμε τι (δεν υπήρχε επαρκής πληροφόρηση εκείνη την εποχή), θα έρχονταν στα σπίτι να συλλάβουν τους άντρες από κάθε οικογένεια για να τους στείλουν απέναντι και ποιος ξέρει που θα κατέληγαν. Τότε αποφασίζουν να διώξουν τους άντρες στο βουνό για να τους προστατέψουν. Κι όλοι οι ενήλικες άνδρες των Θέρμων κατέφυγαν στο βουνό και πολλοί απ’ αυτούς στη Φλαδερή όπου είχαν καμίνια κι έκαναν κάρβουνα για να διανυκτερεύσουν εκεί μέχρι να ηρεμήσουν τα πράγματα και να περάσει κι αυτή η απειλή.
Έτσι λοιπόν αφού οι Βούλγαροι, πήγαν από σπίτι σε σπίτι και δεν βρήκαν κανένα άντρα να συλλάβουν, αισθάνθηκαν θιγμένοι και ξεγελασμένοι, και γι’ αυτό αποφάσισαν να πάρουν έστω τις γυναίκες που θα βρουν για παραδειγματική τιμωρία.
Οι ώρες εκείνη τη μέρα περνούσαν βασανιστικά…. ‘Όπως μου διηγήθηκε η γιαγιά μου , κάποια στιγμή αργά το βράδυ άκουσε κάποιον να χτυπάει με δύναμη τη πόρτα του σπιτιού. Εκείνη ολομόναχη, γυναίκα απροστάτευτη, αγέρωχη και χωρίς μεγάλη αίσθηση του κινδύνου ανοίγει την πόρτα και βρίσκεται αντιμέτωπη με τους κατακτητές. Στεκόταν μπροστά τους αμίλητη , δε καταλάβαινε και τι της έλεγαν αλλά όταν τη σημάδεψαν με την κάννη ενός όπλου κατάλαβε ότι έπρεπε να τους ακολουθήσει. Στο δρόμο συνέλαβαν κι άλλες δυο γυναίκες. Η μια από τις δύο δεν ήταν Σαμοθρακίτισσα ήταν νύφη εδώ και την έλεγαν Χρυσή πεταλούδα. Η άλλη μου γιαγιά – και εδώ η ιστορία μπερδεύεται λίγο –ισχυρίζονταν πως η δεύτερη γυναίκα ήταν η Αγγέλα Κ. , αυτή όμως τότε είχε και μια κόρη την Ευδοκία, η οποία Ευδοκία ήταν περίπου οχτώ χρονών. Το παιδί δεν ήθελε να μείνει μοναχό κι έκλαιγε καθώς τράβαγαν με τη βία οι Βούλγαροι τη μητέρα του κι αυτό ακολουθούσε πίσω, παρότι η μάνα του το φώναζε να μείνει σπίτι. Η ιστορική αλήθεια είναι πως η γυναίκα ήταν η μάνα της Αγγέλας , η Θκινέλα και η Αγγέλα ήταν το μικρό κορίτσι που έκλαιγε και ακολουθούσε τους Βούλγαρους που είχαν συλλάβει τη μάνα του, Γιατί διαφορετικά η Ευδοκία θα έπρεπε να ‘ναι σήμερα 90 χρονών και δεν είναι η γυναίκα.
Με τα πολλά πήραν τις γυναίκες κρατούμενες και τις πήγαν στο φυλάκιο που είχαν τότε οι Βούλγαροι στις εκβολές της Πλατίας , όπου τα ερείπια του σώζονται μέχρι σήμερα. Εκεί αν και κρατούμενες, τις φέρθηκαν ευγενικά, τις πρόσφεραν τσάι να πιουν και τις ρώτησαν αν πεινάνε για να τις δώσουν κάτι να φάνε. Φυσικά αν και το συκώτι τους ήταν μαύρο από την πείνα, δεν καταδέχτηκαν απολύτως τίποτα,φυσικά από ηρωισμό και γιατί οι έξυπνες Σαμοθρακιώτισσες δεν είχαν καμιά εμπιστοσύνη στον εχθρό, φοβόντουσαν μήπως τις δηλητηριάσουν.

«Δε παίρνου δα εκνά καταγί να χάνουμ». «Που ξεέ; Άμα θέλαν να μας φαρμακώς;». «Να λιγουθμώ δεν παίρνου». Έλεγε και ξανάλεγε.
Πριν ακόμη χαράξει, πολύ νωρίς το πρωί, τις σήκωσαν και ξεκίνησαν με τα πόδια για την Παλιάπολη. Στο δρόμο όμως καθυστερούσαν, εξαντλημένες από την κούραση , όλη νύχτα άυπνες και νηστικές, και το μικρό κορίτσι που δεν μπορούσε ν’ αντέξει τόσο μεγάλη απόσταση με τα πόδια, συχνά τους ανάγκαζε να σταματούν και να το παίρνουν αγκαλιά οι τρεις εναλλάξ. Μετά από αρκετές ώρες περπάτημα υπό την απειλή των όπλων έφτασαν στην Αλεβάντζα κι από ‘κει είδαν το καραβάκι να ξεμακραίνει από το λιμανάκι της Παλιάπολης και παρότι οι αξιωματικοί φώναζαν να γυρίσει πίσω για να πάρει κι αυτές, είχε ξανοιχτεί στο πέλαγος κι ευτυχώς δε γύρισε ποτέ. Έτσι αναγκάστηκαν να τις αφήσουν ελεύθερες. Για πότε έφτασαν πίσω στα Θέρμα ούτε που το κατάλαβαν. Μπροστά στην ελευθερία ούτε κούραση υπολόγισαν ούτε τίποτα. Έτσι λοιπόν από μια αλληλουχία συμπτώσεων σώθηκαν. Τρία χρόνια μετά το φθινόπωρο του 1944 τα βουλγαρικά στρατεύματα αποχώρησαν απ’ το νησί και η Σαμοθράκη ήταν και πάλι ελεύθερη.

ΚΕΙΜΕΝΟ: ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ ΣΤΕΡΓΙΟΥ

Advertisements

Leave a Reply

Please log in using one of these methods to post your comment:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s